Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Ρυτίδες...


Άνοιξε τα μάτια της διστακτικά. Μόλις είχε βγει από το μπάνιο. Τύλιξε την μεγάλη βαμβακερή πετσέτα γύρω από το κορμί της και στερέωσε καλύτερα την πετσέτα στο κεφάλι της. Το μπάνιο ήταν μέσα στους ατμούς. Έβγαλε με αργές κινήσεις την πετσέτα από το κεφάλι της. Τα μακριά σπαστά καστανά μαλλιά της έπεσαν σαν χείμαρρος και χάιδεψαν την γυμνή της πλάτη. Προσπάθησε να τα χτενίσει φέρνοντας όλο και περισσότερες τούφες μπροστά στα μάτια της. Αναστέναξε δυνατά και καθάρισε τον μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου από τους υδρατμούς με το χέρι της. Έκλεισε με δύναμη τα μάτια της. Άναψε ένα τσιγάρο και με πολύ αργές κινήσεις άνοιξε τα βλέφαρα της πάλι. Περιεργάστηκε την γυναίκα απέναντι της. Της φαινόταν άγνωστη. Ένα πρόσωπο με πολύ έντονα χαρακτηριστικά και βαθιές ρυτίδες. Μεγάλα καστανά μάτια με έντονο βλέμμα τα οποία κλεινόντουσαν μέσα στην αγκαλιά 3 έντονων γραμμών… «ρυτίδες» είπε δυνατά και πήρε μία τζούρα από το τσιγάρο. Τα σαρκώδη κόκκινα χείλια της αγκάλιασαν το φίλτρο και τότε εμφανίστηκαν και άλλες γραμμούλες γύρω τους. Έβγαλε από μέσα της τον καπνό νευριασμένη. «Ακόμα και αυτή η απόλαυση μου υπενθυμίζει πως μεγαλώνω» σκέφτηκε. Το μόνο που μπορούσε να χαζεύει με τις ώρες ήταν τα μαλλιά της. Ο κομμωτής τα την βοηθούσε μια φορά τον μήνα να κρύβει τα σημάδια του καιρού βάφοντας με σκούρο καστανό χρώμα όλα τα λευκά! Τα μαλλιά της την μετέφεραν μακρυά από την πραγματικότητα, την έστελναν στο –όχι και τόσο- μακρινό παρελθόν. Ένα χέρι την έπιασε από τον ώμο. Δεν είχε καταλάβει ότι ο άνδρας της είχε μπει μέσα στο μπάνιο. Στεκόταν από πίσω της ώρα και επεξεργαζόταν και αυτός το πρόσωπο της. «είσαι τόσο όμορφη!» Του χαμογέλασε στεγνά σχεδόν ειρωνικά και γύρισε την πλάτη της στον καθρέφτη. Της χάιδεψε το πρόσωπο πέρασε το δάχτυλο του πάνω από κάθε ρυτίδα… «τις αγαπάω αυτές τις ρυτίδες. Μου θυμίζουν όλα τα χρόνια που περάσαμε αγκαλιά…!». Αυτό αρκούσε. Δεν θα έκανε την πλαστική επέμβαση. Ο άνδρας της ακόμα και χωρίς να το καταλάβει της είχε δώσει την απάντηση την οποία έψαχνε. Είχε δίκιο. Δεν έπρεπε να επέμβει στις μνήμες της…!

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Το κορίτσι του τελευταίου θρανίου...


Αισθάνομαι σαν να είμαι στο σχολείο και είμαι το παιδάκι που κανένας δεν παίζει. Κάθομαι σε μια γωνιά μόνη μου και κοιτάω τον τοίχο ούτε καν τον κόσμο κατάματα για να μην καταλάβω ότι ο κόσμος δεν με βλέπει. Αισθάνομαι παραγκωνισμένη. Ούτε η δασκάλα δεν μου δίνει σημασία. Κάθομαι στο τελευταίο θρανίο χωρίς να είμαι το «αλάνι του τελευταίου θρανίου»…. Κάθομαι στο τελευταίο θρανίο γιατί απλά εκεί με βάλανε για να μην κρύβω τους υπόλοιπους, τους ορατούς. Δεν ονειρεύομαι να γίνω η πρώτη από τώρα. Δεν ζω σε ουτοπικές πλαστές καταστάσεις… απλά δεν μπορώ να χωνέψω το τελευταίο θρανίο…. Την γωνία… την απομόνωση. Είμαι υπερβολική??? Βαρέθηκα να ελπίζω στο ότι η κατάσταση θα φτιάξει. Βαρέθηκα να ελπίζω ότι όλα θα στρώσουν…οι μέρες κυλάνε και τίποτα δεν στρώνει… η μόνη αλλαγή η οποία επέρχεται είναι ότι η συνειδητοποίηση γίνεται όλο και πιο έντονη. Έντονη, αιχμηρή, πραγματική. Και εγώ μένω αμέτοχη σ’ όλα αυτά. Όχι από επιλογή. ΠΟΤΕ από επιλογή. ΠΑΝΤΑ από υποχρέωση.

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

...ταξιδευοντας μέσα στις εποχές....


Ζω σ’ ένα φανταστικό κόσμο. Όλα τα έχω πλάσει μέσα στο μυαλό μου όπως θέλω εγώ. Τίποτα δεν θα αφήσω να μου χαλάσει το ειδυλλιακό τοπίο. Τίποτα δεν θα καταστρέψει όσα έχω φτιάξει. Αν όμως εσύ αποφασίσεις να τα γκρεμίσεις όλα?

Μπροστά στα μάτια μου αλλάζουν οι εποχές. Ξεκίνησα Φθινοπωρινά, τότε που ο ουρανός ήταν στις αποχρώσεις του γκρι και τα φύλλα έπεφταν σιγά σιγά σχεδόν αθόρυβα με ένα απλό φύσημα του αέρα στο έδαφος. Ο Χειμώνας εδραιώνεται και όλα είναι λευκά, ο ουρανός έχει χαμηλώσει και τα φύλλα έχουν χαθεί αφήνοντας γυμνά τα δέντρα…ξαφνικά Άνοιξη! Ο ουρανός πιο ζεστός με πορτοκαλί ανταύγειες, επιτρέπει στα σύννεφα να χαθούν και να λιώσει το χιόνι. Οι πρώτες αμυγδαλιές άνθισαν και το τραγούδι ξανά ακούγεται. Και εκεί που όλα άρχισαν να ομορφαίνουν επέστρεψε το φθινόπωρο…. Τα φύλλα πέφτουν, κρύο και στάλες βροχής χαράζουν την δική τους μοναδική πορεία πάνω στο μεγάλο τζάμι….

Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο του τρένου και παρακολουθώ τα τοπία να εναλλάσσονται με μεγάλη ταχύτητα. Παρατηρώ τον αντικατοπτρισμό του προσώπου μου στο τζάμι. Ακούω την φωνούλα των σκέψεων μου να κλαίει και να βαριανασαίνει. Φαντάζομαι πως η θέση δίπλα μου δεν είναι άδεια και το χέρι μου δεν έχει γαντζωθεί στο ύφασμα της.

Χάνεται πίσω μου η πόλη, χάνεσαι πίσω μου εσύ…και εγώ κοιτάω απλά τα τοπία να αλλάζουν….. ανήμπορη να κάνω το οτιδήποτε. Ανήμπορη να αλλάξω τα δεδομένα. Ανήμπορη να σε φέρω κοντά μου! Και απλά παρατηρώ τα χιλιόμετρα να με παίρνουν μακρυά από όσα αγαπώ. Μακρυά από σένα