Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, στο δεξί της χέρι κρεμόταν ένα τσιγάρο που καιγόταν σιγά σιγά δίχως να το καπνίζει. Κοιτούσε από το προηγούμενο βράδυ το ταβάνι και αισθανόταν πως το μυαλό της είχε αδειάσει. Καιρό προσπαθούσε να το καταφέρει αυτό αλλά το ρημάδι δεν άδειαζε, πλέον αυτό της φαινόταν παιχνιδάκι. Παρατηρούσε κάθε μικρή ατέλεια του και απλά ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα της. Ο καπνός από το τσιγάρο περνούσε μπροστά από τα μάτια της λες και προσπαθούσε να την αποσυντονίσει, να την αναγκάσει να σκεφτεί έστω και για μερικά δευτερόλεπτα κάτι.

Από τον λήθαργο της ξύπνησε μόνο όταν το τσιγάρο άρχισε να τις καίει τα δάχτυλα. Είχε έρθει η ώρα έπρεπε να σκωθεί από το κρεβάτι και να φορέσει το μαύρο μακρύ φόρεμα που είχε σιδερωμένο από χθες. Μηχανικά πάτησε τα πόδια της στο έδαφος, έβγαλε το μαύρο μπλουζάκι που φορούσε σαν νυχτικό, έλυσε τα μαλλιά της και μπήκε στο μπάνιο. Άφησε το νερό να τρέξει πάνω της αρκετή ώρα. Το μυαλό της ακόμα ήταν κενό. Από τα μάτια της όμως έτρεχαν ποτάμια δάκρυα. Βγήκε από το μπάνιο πήρε την πετσέτα και άρχισε να σκουπίζει αργά όλο της το κορμί, σταγόνα σταγόνα και μετά τα μακρυά ξανθά μαλλιά της. Φόρεσε το φόρεμα, έπιασε σφιχτό κότσο όλα τα μαλλιά της και πήρε μόνο τα κλειδιά του αυτοκινήτου της. Είχε έρθει η ώρα. Έπρεπε να φανεί δυνατή. Έπρεπε να φορέσει την μάσκα της και να δείξει στους υπόλοιπους πως αρχίζει και αισθάνεται καλύτερα και ας έλειπε εκείνος.