Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013
Εγωισμός
Κυριακή 14 Απριλίου 2013
Μετά από καιρό
Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012
…Τα κεριά μόνα τους δεν σβήνουν!
Τα φώτα έσβησαν. Βρέθηκε μόνη της πάνω στη σκηνή. Άνοιξε το στόμα της μα δεν βγήκε ήχος. Ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια της και ξαφνικά μεγάλοι προβολείς με λευκό φως άνοιξαν και άρχισαν να την τυφλώνουν. Πλέον όλα όσα είχε γύρω της είχαν χαθεί, δεν μπορούσε να δει την μορφή τους. Έκλεισε τα μάτια της σε μία ανούσια προσπάθεια να μπορέσει να συνηθίσει στο άπλετο φως. Μάταια. Κάθισε στο σκονισμένο πάτωμα και έκρυψε το πρόσωπο της μέσα στις ιδρωμένες της παλάμες. Η παράσταση είχε τελειώσει. Μπορούσε πλέον να ανασάνει.
Εικόνες άρχισαν να παίζουν μέσα στο μυαλό της σαν μικροφίλμ άλλης εποχής. Τούρτες με κεριά που σβήνανε, χαμόγελα, τραγούδια και ευχές να χαϊδεύουν τα αυτιά του με στοργή. Σήκωσε το κεφάλι της. Στα αυτιά της άρχισε να αντηχεί ο ήχος της φωνής του. Χαμογέλασε. Ήξερε πως αυτή την μέρα θα την περνούσαν οι δυο τους. Έκρυψε ξανά το πρόσωπο της και μέσα στο σκοτάδι άρχισε να παίζει ξανά εικόνες από τότε. Αγκαλιές, φιλιά και πειράγματα. Συνέχισε να χαμογελάει καθώς αισθανόταν το άγγιγμα του στην επιδερμίδα της.
Ήταν ήρεμη. Ήξερε πως δεν θα κατάφερνε ποτέ ξανά να ήταν μαζί του. Ήξερε πως δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να ακούσει την φωνή του. Ήξερε πως δεν θα την έπαιρνε ποτέ ξανά στην αγκαλιά του. Δεν έκλαιγε όμως. Χαμογελούσε. Ήξερε πως μία φορά τον χρόνο θα μένανε μαζί, οι δυο τους. Ήξερε πως μία φορά τον χρόνο η φωνή του θα επέστρεφε στα αυτιά της, το άρωμα του θα γέμιζε τον χώρο και οι όμορφες αναμνήσεις θα ξαναζωντάνευαν.
Αυτή η μέρα ήταν σήμερα. Δεν θα την χαράμιζε για κανέναν.
Σηκώθηκε όρθια. Κοίταξε το έντονο φως και ψιθύρισε: «και είπαμε…μην ανοίξεις το ψυγείο! Ξέρεις γιατί…».
Βγήκε τρέχοντας στο δρόμο να βρει την πιο όμορφη τούρτα….και ας μην σβήνουν μόνα τους τα κεριά….
…για σένα!
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012
Βροχή…

Κοίταξε τον ουρανό, άνοιξε τα χέρια της και περίμενε καρτερικά.
Εδώ και ώρα άκουγε τις προειδοποιήσεις.
Έβγαλε τα παπούτσια της, κοίταξε τον ουρανό, πήρε μια βαθιά ανάσα και τότε ξεκίνησε.
Ορμητικά άρχισαν να κυλάνε πάνω τις οι σταγόνες.
Όλες, μονομιάς, άρχισαν να παλεύουν να ξεπλύνουν τα δάκρυα της, να παρασύρουν τις σκέψεις της.
Σαν οξύ άρχισαν να καίνε την επιδερμίδα της, και σαν σφαλιάρες χτυπούσαν το πρόσωπο της.
Εκείνη καθόταν ακίνητη, με τα χέρια ανοιχτά και απολάμβανε την βροχή που την ξέπλενε.
Τα πόδια της πάγωναν μα το απολάμβανε.
Ήταν σαν να τιμωρεί τον εαυτό της για όσα επέτρεψε να αισθανθεί, για όσα επέτρεψε να πει, για όσα επέτρεψε να ονειρευτεί.
Τα ρούχα πλέον είχαν κολλήσει πάνω της όπως οι φόβοι και οι ανασφάλειες που ρουφούσαν την ψυχή της και δεν της επέτρεπαν να ανασάνει.
Τα μαλλιά της μαστίγωναν το πρόσωπο της καθώς έπαιζαν με τον δυνατό αέρα σαν μικρά κλαδιά κάποιου δέντρου.
Μα εκείνη καθόταν εκεί. Ακίνητη. Να απολαμβάνει την αυτοτιμωρία της και τον εξαγνισμό.
Θα περιμένω...

Σε ξένα σώματα προσπάθησε να μπλεχτείς
Ξένα φιλιά προσπάθησε να γευτείς
Καθώς της μοναξιάς σου τους φόβους θα προσπαθείς να αποφύγεις
Μικρές κλεμμένες ανούσιες στιγμές θα προσπαθείς να ζήσεις
Και όταν τα ξένα χέρια σαν λεπίδες θα σε πληγώσουν
Και όταν τα ξένα χείλη θα σε ματώσουν
Στην έρημο του πόνου θα ταξιδεύεις
Και όλα τα χρώματα του ουρανού θα σε κάνουν να υποφέρεις
Όταν τα ξένα μάτια θα σε γρατζουνάνε
Και στάλες από αίμα στα χέρια σου θα κυλάνε
Μια αγκαλιά χρυσάνθεμων θα σε περιμένουν
Να γίνουν φιλιά τις πληγές σου να γιατρέψουν
Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012
Χωρις να υπαρχει «εγω»

Χωρις να υπαρχει «εγω».
Χωρις να υπαρχει μελλον και παρελθον. Μονο το τωρα που ποναει σαν κοφτερη λεπιδα.
Μονο το τωρα που με κοβει βαθια χωρις ελεος.
«θα ειμαι για παντα εδω» και το ξερεις.
Θα ειμαι για παντα εδω και ας πονεσω.
Θα ειμαι για παντα εδω για σενα. Για να σε κανω να γελας, να χαμογελας. Να αναπνεεις μεσα απο την ανασα μου και ολους σου τους φοβους να τους ξεπερναμε μαζι.
Χωρις να υπαρχει «εγω»
Χωρις να υπαρχει φοβος.
Ειλικρινα και μοναδικα συναισθηματα.
Μονο για σενα.
Ειλικρινες και πραγματικες αγκαλιες για μενα και για σενα.
Πληγωσε με γιατι δεν υπαρχει «εγω»
Σε παρακαλω πληγωσε με γιατι δεν υπαρχει «εγω».
Μονο εσυ...ουτε «εμεις»... μονο «εσυ»
Αρκει να γελας για να γελαω.
Να αναπνεεις για να αναπνεω.
Να πονας για να ποναω.
Να ονειρευεσαι για να ονειρευομαι...
Γιατι δεν υπαρχει «εγω».
ΠΛΗΓΩΣΕ ΜΕ ΤΟ ΕΧΩ ΑΝΑΓΚΗ.....
ΤΕΛΟΣ
Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012
Το τοπίο άλλαξε
Χρώματα, μυρωδιές, αναμνήσεις.
Τοποθέτησε σωστά το τραπεζάκι. Ανάμεσα στους αρμούς. Να είναι σωστά ευθυγραμμισμένο. Αυτή τη φορά όλα έπρεπε να είναι σωστά τοποθετημένα. Με τάξη. Χωρίς παραφωνίες.
Έβαλε πάνω και τα κεριά. Να ανάψουν, να γεμίσουν με χαμηλό φωτισμό τον άδειο χώρο και να γεμίζουν ζεστασιά το ξένο τόπο.
Έπρεπε να παλέψει να το κάνει δικό της. Να το γεμίσει μέχρι το ταβάνι μόνο με χαμογελαστές αναμνήσεις που θα κοιτάει πίσω και θα τις κλείνουν το μάτι.
Το τοπίο άλλαξε...η ίδια;
Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012
Ορισμός του έρωτα...

Δεν ξέρω να σου δώσω τον ορισμό του έρωτα...
...δεν νομίζω πως υπάρχει κιόλας.
…Ίσως είναι το τρέμουλο στο κάτω χείλος όταν σε συναντώ, ίσως είναι το έντονο χτυποκάρδι, ίσως είναι αυτός ο κόμπος στο στομάχι όταν σε σκέφτομαι ή η εικόνα σου που έρχεται στο μυαλό μου μόλις κλείσω τα μάτια μου. Ίσως έρωτας να είναι η ανάγκη μου να αγγίξω τα ακροδάχτυλα σου, να σε κοιτώ στα μάτια και να μην μιλάω, απλά να ρουφάω την εικόνα σου για να έχω αναμνήσεις όταν ξαναφύγεις. Έρωτας ίσως είναι τα δάκρυα που κυλάνε το πρωί που ξυπνάω και καταλαβαίνω πως σε ονειρευόμουν. Έρωτας ίσως είναι η προσπάθεια μου να φυλακίσω μέσα μου το άρωμα σου για να με συντροφεύει τα λεπτά, τις ώρες, τις μέρες που δεν θα είσαι εδώ. Έρωτας ίσως είναι απλά η ανάγκη μου να ουρλιάξω πως σε αγαπώ και ας ξέρω πως θα ακουστεί κουτό. ίσως και να είναι έρωτας αυτά που αισθάνομαι για σένα.
Αγάπη...

Δεν κοιτούσε πουθενά. Το βλέμμα της ήταν άδειο. Στεκόταν πλάτη σ’ εκείνον. Άκουγε απλά την ανάσα του που γινόταν όλο και πιο έντονη όσο την πλησίαζε. Δεν μπορούσε να κουνηθεί... σκεφτόταν πως να το πει, πως να του το δείξει, πως θα μπορούσε να τον κάνει να καταλάβει τι εννοεί... τι αισθάνεται...
Σκεφτόταν...
«Αγάπη... αγάπη αληθινή, χωρίς να περιμένω αντάλλαγμα. Αυτό αισθάνομαι για σένα. Αγάπη μεγάλη. Έντονη. Γεμάτη πάθος. Αυτο αισθάνομαι για σένα. Το ξέρω δεν μπορείς να το καταλάβεις. Δεν το έχεις αισθανθεί...τουλάχιστον δεν το έχεις αισθανθεί για μένα...
Αγάπη από εκείνη που δεν σου επιτρέπει να κάνεις βήματα πίσω. Αγάπη από εκείνη που δεν μπορείς να κάνεις βήματα μπροστά. Αγάπη γεμάτη λαβωματιές. Από εκείνη που σε κάνει να τρέμεις. Από εκείνη που καθημερινά σε γεμίζει με μικρές -σχεδόν αόρατες- χαραματιές αλλά το απολαμβάνεις. Αγάπη από εκείνη που μία ανάσα αρκεί για να σε περικυκλώσει και να σε γεμίσει.
Αγάπη αληθινή. Χωρίς όρια. Χωρίς μέτρα. Χωρίς εγωισμούς. Χωρίς προσμονή.
Αυτό αισθάνομαι για σένα... αυτό θέλω να ζήσω ΜΑΖΙ ΣΟΥ... μια αγάπη πέρα από τα πλαίσια και την πραγματικότητα... μια αγάπη μαζί σου...»
Τίποτα από αυτά δεν του είπε όμως. Τίποτα από αυτά δεν μπόρεσε να αφήσει να της ξεφύγει. Γύρισε προς το μέρος του, τον κοίταξε στα μάτια και τον αγκάλιασε, όπως μόνο εκείνη ήξερε. Αληθινά. Ελπίζοντας πως οι σκέψεις της θα μπορούσαν να περάσουν μέσα από την αγκαλιά της σε εκείνον.
Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011
Άσε με να χαθώ μέσα στην αγκαλιά σου

Τύλιξε με μέσα στα δυο τεράστια χέρια σου. Άσε τα δάχτυλα σου να ακουμπήσουν πάνω στο δέρμα μου, άσε με να αισθανθώ το άγγιγμα σου σε κάθε χιλιοστό της επιδερμίδας μου και το άρωμα σου να γίνει ένα με το δικό μου.
Τύλιξε με μέσα στην αγκαλιά σου και άσε το στήθος μου να ακουμπήσει πάνω στο δικό σου, οι ρυθμικές κινήσεις τους από τις ανάσες και τους χτύπους να γίνουν ένα. Για μερικά δευτερόλεπτα η ανάγκη για ζωή –η δική σου και η δική μου- να συγχρονιστεί και να ζούμε παράλληλα.
Τύλιξε με μέσα στην αγκαλιά σου και άσε με να νιώσω ασφάλεια. άσε με να αισθανθώ πως είμαι μικροσκοπική και εσύ γιγάντιος και πως μπορείς να αποκρούσεις κάθε χτύπημα. Άσε με να αισθανθώ πως τα χέρια σου είναι φτερά και πως όσο με κρατάς μπορούμε να πετάξουμε μακριά από αυτόν τον κόσμο.
Άσε με να χαθώ μέσα στην αγκαλιά σου...
Προκλήσεις....
Προκλήσεις καθημερινές, προκλήσεις μικρές, προκλήσεις ασήμαντες που όμως την έκαναν να βαριανασαίνει, να αισθάνεται τους παλμούς της καρδιάς της να ανεβαίνουν και τον μικρό κόμπο στο στομάχι της να γίνεται όλο και πιο μεγάλος.
Καθόταν στην μεγάλη, χουχουλιάρικη, μαύρη πολυθρόνα στην γωνία του σαλονιού της. Το δάχτυλό της έπαιζε νωχελικά με τις μικρές σταγόνες που κυλούσαν πάνω στο ποτήρι με το λιγοστό whisky που είχε απομείνει στον πάτο του. Το βλέμμα της ακολουθούσε τις πλεξούδες που δημιουργούσε ο καπνός του τσιγάρου της καθώς καιγόταν στο τασάκι. Σκέψεις….καμία. Ήταν λες και είχε παγώσει ο χρόνος σε εκείνο το δευτερόλεπτο. Κοιτούσε τον καπνό, έπαιζε με τις σταγόνες και δεν ανέπνεε.
Αισθανόταν.
Δεν ανέπνεε.
Όταν ο καπνός διαλύθηκε και οι σταγόνες εξατμίστηκαν μαζί με την τελευταία γουλιά από το παγωμένο malt whisky, πήρε κουράγιο. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις, σαν να προσπαθούσε να αισθανθεί κάθε μυ του σώματος της την στιγμή που ενεργοποιούταν. Στάθηκε όρθια μπροστά από την πολυθρόνα η οποία την φιλοξενούσε και την προστάτευε μερικές στιγμές νωρίτερα, πήρε μια βαθιά ανάσα, έκανε το πρώτο βήμα και άρχισε να σκέφτεται.
Ανάσαινε.
Σκεφτόταν.
Σαν πίδακας πετρελαίου άρχισαν οι σκέψεις να ξεπετάγονται και να γεμίζουν το μυαλό της μέχρι να ξεχειλίσει και να αρχίσουν τα δάκρυα να γλιστράνε πάνω στην απαλή της επιδερμίδα. Φεύγανε τα δάκρυα αλλά εκείνη ήξερε πως ήταν οι σκέψεις της οι οποίες πάλευαν να βγουν προς τα έξω, με όποιο κόστος.
Έκλαιγε.
Βαθιά ανάσα. Έφερε τα δυο της χέρια στο πρόσωπο της. Προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από τις παλάμες της, γνωρίζοντας όμως ότι δεν θα τα κατάφερνε. Προσπάθησε με μανία να σταματήσει τα μάτια της να στάζουν. Ανούσια.
Ηρέμησε.
Έκανε ακόμα ένα βήμα.
«και η μάχη τώρα ξεκινά. Πρόσωπο με πρόσωπο»
Φόρεσε τις μπότες της, πήρε το παλτό της και το ακούμπησε στους ώμους της. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Δεν μίλησε. Δεν σκέφτηκε. Απλά χαμογέλασε. Ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει την καταιγίδα.
Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011
Εγώ φταίω

Δίπλωσε προσεκτικά το χαρτί και το έβαλε βαθιά μέσα στην τσέπη της. Επέτρεψε στον εαυτό της να ξεθάψει από το πάτο του μυαλού της τις σκέψεις της αλλά δεν θα επέτρεπε να ξεγλιστρήσουν και από την τσέπη της οι σκέψεις της. Έβαλε δειλά το χέρι στην τσέπη της, το έκρυψε μέσα στις ιδρωμένη της παλάμη και έσφιξε με δύναμη ένα ένα τα δάχτυλά της. Αισθανόταν το χαρτί να μικραίνει, να συρρικνώνεται μέσα στην γροθιά της και για ένα δευτερόλεπτο αισθάνθηκε ανακούφιση. Αισθάνθηκε ότι το είχε βγάλει από μέσα της.
Για ένα και μοναδικό δευτερόλεπτο.
Κράτησε την γροθιά της σε στάση άμυνας και πέρασε από δίπλα του κρατώντας την αναπνοή της και ρουφώντας με δύναμη τα δάκρυα της.
Το δευτερόλεπτο πέρασε, η ανάσα της τελείωσε, τα δάκρυα της ξέφυγαν, οι σκέψεις επέστρεψαν.
Σταγόνες...

Παγωμένα συναισθήματα
Παγωμένες ελπίδες
Ανούσιες μάχες
Εκατοντάδες μικρές, διάφανες, καλοσχηματισμένες στάλες στρώθηκαν και πάγωσαν την καρδιά της. Γέμισε με παγωμένα συναισθήματα και ελπίδες. Ανούσιες μάχες καθημερινά με τον ίδιο της τον εαυτό για να καταφέρει να συνειδητοποιήσει.
Και πάλι όμως ανούσιες μικρές μάχες. Ανούσιες μικρές ήττες που συσσωρεύονται και καταλήγουν να γίνονται μεγάλες, επίπονες, τρομακτικές ήττες που σαν λεπίδες χαρακώνουν την αξιοπρέπεια της και την αφήνουν να προσπαθεί μάταια να ζεστάνει το πρόσωπο της με τα δάκρυα της… μάταιες προσπάθειες να κυλίσουν ορμητικά από τις μικρές κόγχες των ματιών της οι πολυπόθητες στάλες. Σα δροσοσταλίδες σε ροδοπέταλα κυλάνε από την καρδιά της μικρές, διάφανες, αλμυρές σταγόνες και πέφτουν μέσα στην άβυσσο του είναι της και κολλάνε εκεί. Γαντζώνονται με λύσσα και αρνούνται πεισματικά να βγουν προς τα έξω, να της επιτρέψουν να ξεσπάσει.
Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011
Συναισθήματα μπλεγμένα μεταξύ τους…. Συναισθήματα.
Αγάπη και ανάγκη
Πάθος και μίσος.
Πόνος και δάκρυ
Ειρωνια και υποκρισία.
Ανάγκη…
Συναισθήματα μπλεγμένα μεταξύ τους…. Συναισθήματα.
Καθόταν απέναντι του, πάντα έτσι συνέβαινε. Αρχίκα καθόταν απέναντι του, τον χάζευε, τον επεξεργαζόταν, προσπαθούσε μέσα από τις κινήσεις του να αντιληφθεί τι σκεφτόταν. Προσπαθούσε μέσα από τα μάτια του να ακούσει την ψυχή του και να αισθανθεί τα συναισθήματα του.
Ήρθε κοντά της, πάντα έτσι συνέβαινε, ερχόταν ξαφνικά και καθόταν κοντά της και λίγα λεπτά αργότερα την άγγιζε κιόλας. Πόλεμος ερωτημάτων μέσα στο κεφάλι της. Φιλία ή έρωτας. Γι αυτήν ήταν ξεκάθαρα όλα…γι αυτόν όμως οχι. Αυτή ήξερε ήταν έρωτας, πρωτόγνωρος, έντονος, αληθινός με πόνο μίσος αγάπη ανασφάλεια ανάγκη! Τόσο πρωτόγνωρος που δεν μπορούσε να τον διαχειριστεί. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει, να σκεφτεί, να μιλήσει. Τόσο πρωτόγνωρος, τόσο δυνατός, τόσο καινούριο συναίσθημα γι αυτήν.
Τα δάχτυλα του πέρασαν πάνω από τα δικά της. Ρίγη διαπέρασαν όλο το σώμα της και άρχισε να αισθάνεται ασφάλεια…ήταν δίπλα της. Αυτό το δευτερόλεπτο ήταν κοντά της, μπορούσε να πει ότι ήταν δικός της. Έστω για ένα δευτερόλεπτο. Τα ακροδάχτυλα του παρέμειναν πάνω στην παλάμη της. Ο χτύπος της καρδιάς του μπορούσε να γίνει αντιληπτός μέσα από το δέρμα της. Για μερικά δευτερόλεπτα έγινε ένα με εκείνον. Αυτό δεν είναι έρωτας άλλωστε; να παλεύεις να καταλάβεις τον άλλον και να γίνεις κομμάτι του….
Την πήρε αγκαλιά και εκείνη χάθηκε. Δεν σκεφτόταν. Μύριζε. Άγγιζε. Ρουφούσε το είναι του γιατί ήξερε πως μπορεί να είναι και η τελευταία φορά. Κάθε δευτερόλεπτο μία μάχη για να υπάρξει και ένα ακόμα δευτερόλεπτο. Και όλα αυτά μία δίνη μέσα στο μυαλό της. Και κάπου εκεί έρχεται η οργή, ο θυμός, ο πόνος, τα λάθη. Τα λάθη που γεμίζουν μικρές βαθιές χαρακιές στην καρδιά της, και στην δικιά του. Αμφιβολία…
“Κράτησε με για πάντα εδώ. Άσε με να μυρίζω το δέρμα σου, άσε με να νιώσω την μυστηριώδη δύναμη που μπορεί να ασκήσει πάνω μου το άρωμα σου” μόνο αυτά σκεφτόταν και μπερδευόταν η αλήθεια με το παραμύθι.
Όσο και να προσπαθούσε, όσο και να πάλευε να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από τα συναισθήματα της όσο και να ακροβατούσε στην ψευδαίσθηση και στην αλήθεια δεν μπορούσε…όταν κοιτούσε τα μάτια του, όταν άγγιζε τα δάχτυλα του, όταν μύριζε το άρωμα του…Όσο και να προσπαθούσε να μην ξεπεράσει τα όρια για να μην τον κάνει να αισθανθεί πίεση δεν μπορούσε γιατί τα μάτια του την κοιτούσαν και αυτή χανόταν στο άπειρο.
Μπερδεύτηκε η αλήθεια και έγινε ψευδαίσθηση.
Μπερδεύτηκε η ψευδαίσθηση και έγινε αλήθεια….
Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011
Το λιγότερο δυνατόν πληγωμένη...

Έκλεισε τα μάτια της. Έκανε ένα βήμα μπροστά την φορά. Ένα μικρό, ανεπαίσθητο βήμα προς το μέρος του. Σήκωσε το χέρι της και το έφερε κοντά στο πρόσωπο του. Ένα χιλιοστό μακριά από την επιδερμίδα του ίσα να αισθάνεται την θέρμη του δέρματος του. Τον κοίταξε στα μάτια. Βαθιά μέσα στα δυο καστανά του μάτια, προσπαθώντας να φτάσει στην ψυχή του. Να τον καταλάβει. Δεν ήταν εύκολο. Βαθιά μέσα του για να ακούσει τα μυστικά του. Να ακούσει όσα ακόμα και ο ίδιος δεν ήξερε για τον εαυτό του.
Ήξερε την κατάληξη. Ήξερε πως δεν θα κέρδιζε τίποτα. Ο έρωτας άλλωστε είναι ένα παιχνίδι επικίνδυνο. Ο έρωτας είναι μία αιώνια μάχη με τα κύματα, συνεχώς βρίσκεις κάπου να χτυπήσεις αλλά μαζεύεις δυνάμεις και ξανά προσπαθείς και όλο αυτό οδηγεί στο άπειρο… με μόνο σωσίβιο την ελπίδα ότι στο τέλος θα καταφέρεις να βγεις το λιγότερο δυνατό πληγωμένος. «Το λιγότερο δυνατόν πληγωμένη» σκέφτηκε και το χέρι της ακούμπησε το πρόσωπο του, με μικρές κοφτές κινήσεις τσούλησε ως το στέρνο του και γαντζώθηκε πάνω στη καρδιά του. Μικρές κοφτές λέξεις. Μικρές κοφτές ανάσες για να μην χάσει την στιγμή. Μικρές κλεφτές ματιές για να μην χάσει την εικόνα. Μικρές αδύναμες λέξεις που ξεπρόβαλαν στην άκρη των χειλιών της. Τι είχε πει; Τι είχε αισθανθεί; …ποιος θυμάται;
Σαν ποτάμι, σαν χείμαρρος έτρεχαν οι σκέψεις της και όλα έβγαιναν σαν ορμητικός καταρράκτης από μέσα της. Τίποτα δεν κράτησε. Τίποτα δεν συγκράτησε. Έσφιξε την γροθιά της. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί. Τίποτα δεν μετάνιωσε. Τίποτα δεν αρνήθηκε. Σε τίποτα δεν υπερέβαλε.
…και μετά κενό. Το μόνο που άκουγε ήταν τους λυγμούς της. Την καρδιά του. Τις άρρυθμες ανάσες τους. …κενό.
Τρίτη 19 Ιουλίου 2011
Αν ήξερα...

Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου,
θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά.
Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σε έβλεπα, θα έλεγα Σ' Αγαπώ . . και δεν θα υπέθετα, ανόητα . . ότι το ξέρεις ήδη.
Gabriel Garcia Marquez
Τετάρτη 18 Μαΐου 2011
Πληγωμένοι άνθρωποι...

"Πληγωμένες καρδιές είμαστε όλοι. Πληγωμένοι άνθρωποι. Πληγωμένες ψυχές" η ατάκα η οποία ξέφυγε από τα χείλια του γυρνούσε σαν δαιμονισμένη μέσα στο κεφάλι της και χτυπούσε ανελέητα μέσα της δημιουργώντας ηχό η οποία επαναλάμβανε κάθε λέξη..."πληγωμένοι άνθρωποι" σκέφτηκε... "τι είναι ένας πληγωμένος άνθρωπος, πως πληγώνεται, πως πονάει, πως είναι σίγουρος ότι πληγώθηκε και ότι δεν πλήγωσε;" είπε πλέον δυνατά και αμέσως πέρασε την ζωή της στο επόμενο λεπτό μετά το κλείσιμο αυτής της πόρτας. Ασυναίσθητα έγραψε στο τετραδιακι της ζωής της σαν δεδομένο το κλείσιμο αυτού του κεφαλαίου και υπογράμμισε με έντονο χρώμα αυτές τις λέξεις.
"πληγωμένες ψυχές..." σκέφτηκε και επιτέλους καυτές σταγόνες άρχισαν να κυλάνε από τα μεγάλα γκρίζα μάτια της και έφταναν μέχρι τα χείλια της. πλέον άκουγε καθαρά το χτύπημα της πόρτας, μύριζε το χρώμα που ξεφλούδισε και πετούσαν στον αέρα μικρά κομμάτια...και γευόταν το αλμυρό υγρό που έμπαινε βίαια μέσα στο στόμα της θερμαίνοντας το παγωμένο σώμα της.
Σαν δυνατή σφαλιάρα επέστρεφε το παρελθόν της στη μνήμη της. Ένα τυχαίο άρωμα που γέμισε τα ρουθούνια της για ένα δευτερόλεπτο ήταν αρκετό για να καταφέρει να ξυπνήσει μνήμες τις οποίες είχε θάψει καλά στο πίσω μέρος του μυαλού της και επιμελώς πάλευε καθημερινά να μην τις ξεθάψει. Μία στιγμή ήταν αρκετή για να την κάνει να κλειστεί στον εαυτό της ξανά...



