Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Εγωισμός





Ο εγωισμός μου είναι μεγάλος. Αν θες μπορούμε να τους βγάλουμε και να τους μετρήσουμε. Σίγουρα θα σε κερδίσω.  Είναι τόσο μεγάλος που αδιαφορώ για σένα που με αγάπησες με όλη σου τη καρδιά, αδιαφορώ για σένα που πάλεψες με όλη σου τη δύναμη, αδιαφορώ για σένα που μεγάλωσες μαζί μου. Ο εγωισμός μου είναι τόσο μεγάλος που βάζει στόχους τυλιγμένους μ ένα μαύρο μανδύα που με τυφλωνει. Αλλα είναι τόσο μεγάλος που καταπίνει τη λογική μου και με κανει να φαίνομαι μικρότερος. Ο μεγάλος μου εγωισμός δεν είναι μοναχικό ον. Κανει παρέα με την ανασφάλεια. Τρώει κομμάτι κομμάτι απο εκείνη και μεγαλώνει περισσότερο και μαζί της μεγαλώνει και ο μαύρος μανδυας που με τυφλωνει και με κανει να θέλω να σε πληγώσω όλο και περισσότερο. Κάποιες φορές όμως ο μανδύας κουνιέται απο τον αέρα και βλέπω. Βλέπω καθαρά και μετανιώνω για τις πράξεις μου, τα λογια που είπα -μα κυρίως για όσα δεν είπα. Αλλα ο αέρας με καθιστά και πάλι τυφλό και αρχίζω απο την αρχή το παιχνίδι του εγωισμού. Το παιχνίδι της ανασφάλειας. Το παιχνίδι της λήθης. Ολα όμως τελειώνουν και όταν ανοίγω τα ματια μου βλέπω πως έμεινα μονη. Πως ο χαμένος ήμουν εγώ. Τώρα στέκω ολομόναχη να κοιτάζω την πλάτη της ανασφάλειας, του εγωισμού και την δικη σου.

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Μετά από καιρό

Πόσο καιρό είχα νηφάλια να παίξω αυτό το παιχνίδι.
Να νιώσω αυτή την ανάγκη
Να δω αυτά τα χρώματα.
Πόσο καιρό είχα να σε ακούσω να συλλαβίζεις την ανάγκη
Να δαγκώνεις τις στιγμές
Να μειώνεις του φόβους και το σκοτάδι

Πόσο καιρό είχα να κοιτάξω βαθιά μέσα στα ματιά σου
Να ακούσω την σιωπή σου
Και να συλλαβίσω αργόσυρτα την κάθε μου ανούσια ελπίδα.

Πόσο καιρό είχα να αισθανθώ την ζεστή σου ανάσα βαθιά μέσα στην ψυχή μου
Να αποζητήσω τις κόκκινες σταγόνες που έτρεχαν πάντοτε από τα μάτια σου
Πόσο καιρό είχα να καρδιοχτυπήσω για μια κρυφή στιγμή μαζί σου

Χιλιάδες μαύρες γραμμές λερώνουν το ηδονικά λευκό χαρτί
Οι σκέψεις σταμάτησαν να κρύβονται πίσω από καπνούς
Αντίκρυσα τη ζωή κατάματα και αποφάσισα να πηδήξω στο κενό

Λόγια. Μόνο αυτό είσαι. Λόγια κούφια απλά για να εντυπωσιάσεις την στιγμή
Μα η στιγμή έφυγε και εσύ έμεινες να την κοιτάς γυρίζοντας την πλάτη σου στο παρόν.

Μαύρες καμπύλες γραμμές που λερώνουν το λευκο σου

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

…Τα κεριά μόνα τους δεν σβήνουν!

Τα φώτα έσβησαν. Βρέθηκε μόνη της πάνω στη σκηνή. Άνοιξε το στόμα της μα δεν βγήκε ήχος. Ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια της και ξαφνικά μεγάλοι προβολείς με λευκό φως άνοιξαν και άρχισαν να την τυφλώνουν. Πλέον όλα όσα είχε γύρω της είχαν χαθεί, δεν μπορούσε να δει την μορφή τους. Έκλεισε τα μάτια της σε μία ανούσια προσπάθεια να μπορέσει να συνηθίσει στο άπλετο φως. Μάταια. Κάθισε στο σκονισμένο πάτωμα και έκρυψε το πρόσωπο της μέσα στις ιδρωμένες της παλάμες. Η παράσταση είχε τελειώσει. Μπορούσε πλέον να ανασάνει.
Εικόνες άρχισαν να παίζουν μέσα στο μυαλό της σαν μικροφίλμ άλλης εποχής. Τούρτες με κεριά που σβήνανε, χαμόγελα, τραγούδια και ευχές να χαϊδεύουν τα αυτιά του με στοργή. Σήκωσε το κεφάλι της. Στα αυτιά της άρχισε να αντηχεί ο ήχος της φωνής του. Χαμογέλασε. Ήξερε πως αυτή την μέρα θα την περνούσαν οι δυο τους. Έκρυψε ξανά το πρόσωπο της και μέσα στο σκοτάδι άρχισε να παίζει ξανά εικόνες από τότε. Αγκαλιές, φιλιά και πειράγματα. Συνέχισε να χαμογελάει καθώς αισθανόταν το άγγιγμα του στην επιδερμίδα της.
Ήταν ήρεμη. Ήξερε πως δεν θα κατάφερνε ποτέ ξανά να ήταν μαζί του. Ήξερε πως δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να ακούσει την φωνή του. Ήξερε πως δεν θα την έπαιρνε ποτέ ξανά στην αγκαλιά του. Δεν έκλαιγε όμως. Χαμογελούσε. Ήξερε πως μία φορά τον χρόνο θα μένανε μαζί, οι δυο τους. Ήξερε πως μία φορά τον χρόνο η φωνή του θα επέστρεφε στα αυτιά της, το άρωμα του θα γέμιζε τον χώρο και οι όμορφες αναμνήσεις θα ξαναζωντάνευαν.
Αυτή η μέρα ήταν σήμερα. Δεν θα την χαράμιζε για κανέναν.
Σηκώθηκε όρθια. Κοίταξε το έντονο φως και ψιθύρισε: «και είπαμε…μην ανοίξεις το ψυγείο! Ξέρεις γιατί…».
Βγήκε τρέχοντας στο δρόμο να βρει την πιο όμορφη τούρτα….και ας μην σβήνουν μόνα τους τα κεριά….
…για σένα!

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Βροχή…


Κοίταξε τον ουρανό, άνοιξε τα χέρια της και περίμενε καρτερικά.
Εδώ και ώρα άκουγε τις προειδοποιήσεις.
Έβγαλε τα παπούτσια της, κοίταξε τον ουρανό, πήρε μια βαθιά ανάσα και τότε ξεκίνησε.
Ορμητικά άρχισαν να κυλάνε πάνω τις οι σταγόνες.
Όλες, μονομιάς, άρχισαν να παλεύουν να ξεπλύνουν τα δάκρυα της, να παρασύρουν τις σκέψεις της.
Σαν οξύ άρχισαν να καίνε την επιδερμίδα της, και σαν σφαλιάρες χτυπούσαν το πρόσωπο της.
Εκείνη καθόταν ακίνητη, με τα χέρια ανοιχτά και απολάμβανε την βροχή που την ξέπλενε.
Τα πόδια της πάγωναν μα το απολάμβανε.
Ήταν σαν να τιμωρεί τον εαυτό της για όσα επέτρεψε να αισθανθεί, για όσα επέτρεψε να πει, για όσα επέτρεψε να ονειρευτεί.
Τα ρούχα πλέον είχαν κολλήσει πάνω της όπως οι φόβοι και οι ανασφάλειες που ρουφούσαν την ψυχή της και δεν της επέτρεπαν να ανασάνει.
Τα μαλλιά της μαστίγωναν το πρόσωπο της καθώς έπαιζαν με τον δυνατό αέρα σαν μικρά κλαδιά κάποιου δέντρου.
Μα εκείνη καθόταν εκεί. Ακίνητη. Να απολαμβάνει την αυτοτιμωρία της και τον εξαγνισμό.

Θα περιμένω...


Σε ξένα σώματα προσπάθησε να μπλεχτείς

Ξένα φιλιά προσπάθησε να γευτείς

Καθώς της μοναξιάς σου τους φόβους θα προσπαθείς να αποφύγεις

Μικρές κλεμμένες ανούσιες στιγμές θα προσπαθείς να ζήσεις


Και όταν τα ξένα χέρια σαν λεπίδες θα σε πληγώσουν

Και όταν τα ξένα χείλη θα σε ματώσουν

Στην έρημο του πόνου θα ταξιδεύεις

Και όλα τα χρώματα του ουρανού θα σε κάνουν να υποφέρεις


Όταν τα ξένα μάτια θα σε γρατζουνάνε

Και στάλες από αίμα στα χέρια σου θα κυλάνε

Μια αγκαλιά χρυσάνθεμων θα σε περιμένουν

Να γίνουν φιλιά τις πληγές σου να γιατρέψουν

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Χωρις να υπαρχει «εγω»


Χωρις να υπαρχει «εγω».

Χωρις να υπαρχει μελλον και παρελθον. Μονο το τωρα που ποναει σαν κοφτερη λεπιδα.

Μονο το τωρα που με κοβει βαθια χωρις ελεος.

«θα ειμαι για παντα εδω» και το ξερεις.

Θα ειμαι για παντα εδω και ας πονεσω.

Θα ειμαι για παντα εδω για σενα. Για να σε κανω να γελας, να χαμογελας. Να αναπνεεις μεσα απο την ανασα μου και ολους σου τους φοβους να τους ξεπερναμε μαζι.

Χωρις να υπαρχει «εγω»

Χωρις να υπαρχει φοβος.

Ειλικρινα και μοναδικα συναισθηματα.

Μονο για σενα.

Ειλικρινες και πραγματικες αγκαλιες για μενα και για σενα.

Πληγωσε με γιατι δεν υπαρχει «εγω»

Σε παρακαλω πληγωσε με γιατι δεν υπαρχει «εγω».

Μονο εσυ...ουτε «εμεις»... μονο «εσυ»

Αρκει να γελας για να γελαω.

Να αναπνεεις για να αναπνεω.

Να πονας για να ποναω.

Να ονειρευεσαι για να ονειρευομαι...

Γιατι δεν υπαρχει «εγω».

ΠΛΗΓΩΣΕ ΜΕ ΤΟ ΕΧΩ ΑΝΑΓΚΗ.....

ΤΕΛΟΣ

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

Το τοπίο άλλαξε


Το τοπίο άλλαξε...

Χρώματα, μυρωδιές, αναμνήσεις.

Τοποθέτησε σωστά το τραπεζάκι. Ανάμεσα στους αρμούς. Να είναι σωστά ευθυγραμμισμένο. Αυτή τη φορά όλα έπρεπε να είναι σωστά τοποθετημένα. Με τάξη. Χωρίς παραφωνίες.
Έβαλε πάνω και τα κεριά. Να ανάψουν, να γεμίσουν με χαμηλό φωτισμό τον άδειο χώρο και να γεμίζουν ζεστασιά το ξένο τόπο.

Έπρεπε να παλέψει να το κάνει δικό της. Να το γεμίσει μέχρι το ταβάνι μόνο με χαμογελαστές αναμνήσεις που θα κοιτάει πίσω και θα τις κλείνουν το μάτι.

Το τοπίο άλλαξε...η ίδια;