Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

…Τα κεριά μόνα τους δεν σβήνουν!

Τα φώτα έσβησαν. Βρέθηκε μόνη της πάνω στη σκηνή. Άνοιξε το στόμα της μα δεν βγήκε ήχος. Ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια της και ξαφνικά μεγάλοι προβολείς με λευκό φως άνοιξαν και άρχισαν να την τυφλώνουν. Πλέον όλα όσα είχε γύρω της είχαν χαθεί, δεν μπορούσε να δει την μορφή τους. Έκλεισε τα μάτια της σε μία ανούσια προσπάθεια να μπορέσει να συνηθίσει στο άπλετο φως. Μάταια. Κάθισε στο σκονισμένο πάτωμα και έκρυψε το πρόσωπο της μέσα στις ιδρωμένες της παλάμες. Η παράσταση είχε τελειώσει. Μπορούσε πλέον να ανασάνει.
Εικόνες άρχισαν να παίζουν μέσα στο μυαλό της σαν μικροφίλμ άλλης εποχής. Τούρτες με κεριά που σβήνανε, χαμόγελα, τραγούδια και ευχές να χαϊδεύουν τα αυτιά του με στοργή. Σήκωσε το κεφάλι της. Στα αυτιά της άρχισε να αντηχεί ο ήχος της φωνής του. Χαμογέλασε. Ήξερε πως αυτή την μέρα θα την περνούσαν οι δυο τους. Έκρυψε ξανά το πρόσωπο της και μέσα στο σκοτάδι άρχισε να παίζει ξανά εικόνες από τότε. Αγκαλιές, φιλιά και πειράγματα. Συνέχισε να χαμογελάει καθώς αισθανόταν το άγγιγμα του στην επιδερμίδα της.
Ήταν ήρεμη. Ήξερε πως δεν θα κατάφερνε ποτέ ξανά να ήταν μαζί του. Ήξερε πως δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να ακούσει την φωνή του. Ήξερε πως δεν θα την έπαιρνε ποτέ ξανά στην αγκαλιά του. Δεν έκλαιγε όμως. Χαμογελούσε. Ήξερε πως μία φορά τον χρόνο θα μένανε μαζί, οι δυο τους. Ήξερε πως μία φορά τον χρόνο η φωνή του θα επέστρεφε στα αυτιά της, το άρωμα του θα γέμιζε τον χώρο και οι όμορφες αναμνήσεις θα ξαναζωντάνευαν.
Αυτή η μέρα ήταν σήμερα. Δεν θα την χαράμιζε για κανέναν.
Σηκώθηκε όρθια. Κοίταξε το έντονο φως και ψιθύρισε: «και είπαμε…μην ανοίξεις το ψυγείο! Ξέρεις γιατί…».
Βγήκε τρέχοντας στο δρόμο να βρει την πιο όμορφη τούρτα….και ας μην σβήνουν μόνα τους τα κεριά….
…για σένα!

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

What a material of un-ambiguity and preserveness of precious experience on the topic of unpredicted feelings.


Also visit my site: d'nest