Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

"Εγώ τί κάνω εδώ?"


Σήμερα είναι μία από αυτές τις μέρες που λες "εγώ τί κάνω εδώ"????

Πρωί Σαββάτου... πρωί, λέμε τώρα, και η κλασσική απορία, "τι μέρα είναι?" πάλι στο προσκήνιο. σηκώνομαι από το κρεβάτι και σχεδόν τηλεμεταφέρομαι στην κουζίνα. νέο σκηνικό, νέα απορία, "τι ώρα είναι?" αγκαλιά με τα παγάκια αναρωτιέμαι ακόμα "τι μέρα είναι?". πίνω την πρώτη γουλιά από τον καφέ και όλα βρίσκουν τις απαντήσεις τους, "είναι Σάββατο, είναι 13.00 και είσαι σπίτι σου" η απορία όμως "τι κάνω εγώ εδώ?" είναι ακόμα αναπάντητη.

Κάθε Σάββατο τα ίδια. αγχώνομαι που δεν έχω ξυπνήσει στις 8, που είναι 13.00 και εγώ δεν είμαι στο γραφείο, φτιάχνω αγχωμένη τον καφέ και καταλαβαίνω πως είναι Σάββατο. Σήμερα όμως οι προβληματισμοί είναι περισσότεροι.... ανοίγω τον υπολοιστή και αρχίζω να χάνομαι μέσα στους διαδικτυακούς φίλους μου. Αρχικά facebook (όταν σταματήσω να καίγομαι στο facebook νομίζω πως θα είμαι καλύτερος άνθρωπος), μετά blogs. Πρώτο πρώτο σήμερα είχε ανανεωθεί το αγαπημένο μου, "Είμαστε ακόμα εδώ", (συγγνώμη και τους υπόλοιπους σας αγαπάω αλλά αυτό έχει άμεση σχέση με την πόλη μου). Πάντα με προβληματίζει αυτό το blog. μου θυμίζει πως έφυγα, το γιατί έφυγα και το πόσο μετανιώνω..............a re NdN...

Είχε μία ανάρτηση για τους αποχαιρετισμούς, για έναν συγκεκριμένο αποχαιρετισμό. Με αφορμή αυτό λοιπόν σκέφτηκα πως ήταν τα δικά μου drinks του αποχαιρετισμού, τις δικές μου τελευταίες βόλτες δίππλα στο ποτάμι, τα δικά μου δάκρυα, τα δικά μου όνειρα που κάποτε πίστευα πως θα χωρούσαν μέσα στην μικροσκοπική Αθήνα και που τελικά όλα δείχνουν πως ξεχειλίζουν και χτυπάω το άδειο κεφάλι μου που επέμενα να γυρίσω. η δική μου ατάκα τότε ήταν, "μου λείπει η Αθήνα και η οικογένεια, οι φίλοι".....

Λονδίνο, αυτή ήταν είναι και θα είναι η πόλη ΜΟΥ. Πάντα έλεγα να γράψω κάτι για αυτή την πόλη και πάντα έλεγα όχι τώρα, αύριο. Πρώτη μέρα στο Λονδίνο.....πόσο έκλαιγα.... Heathrow, ίσως το δεύτερο σπίτι μου στην Βρετανία, οι αεροσυνοδοί με ήξεραν με το μικρό μου όνομα το πρώτο (ακαδημαϊκό πάντα) έτος. Επέστρεφα στην Αθήνα με κάθε ευκαιρία. και δώσε πάλι κλάμα όταν έβαζα το κλειδί στην πόρτα, την Βρετανική. και δώστου βόλτες πάνω κάτω το ποτάμι να ηρεμήσω από το κλάμα,και βόλτες στην Leicester και στα μαγαζιά (σκέψου πως εγώ στην Αθήνα τα μαγαζιά με ρούχα τα έβλεπα όπως ο διάολος το Λιβάνι... στο Λονδίνο όμως έχουν άλλη ομορφιά!) και φυσικά καραμελωμένα φυστίκια έξω από το δημαρχείο στο γκαζόν....
Διάβασμα πολλές ώρες, εγώ και ο υπολογιστής μου, ενίοτε και οι υπολογιστές στην βιβλιοθήκη του uni, lectures με βρετανική προφορά και εγώ να αναρωτιέμαι τι κάνω εδώ.... αλλά μετά μία μπύρα στο "cafrie's" πίσω από την trafalgar και όλα περνούσαν.... Μία έκθεση ζωγραφικής, ένα μουσείο και ήμουν ευτυχισμένη, αν υπήρχαν και χρήματα για θέατρο ήμουν σε ανώτερο επίπεδο.

Λονδίνο, τελευταία μέρα. Σ'ένα άδειο δωμάτιο, ούτε καν οι κούτες με τα προσωπικά μου πράγματα δεν υπήρχαν, υπήρχε όμως το ποτάμι, ο γκρι ουρανός, η μυρωδιά του Λονδίνου και οι τεράστιοι ουρανοξύστες του Canary....υπήρχε για μία τελευταία φορά η ανατολή, γιατί για όποιον δεν το ξέρει η Ανατολή στο Λονδίνο είναι διαφορετική, είναι κάτι το μαγικό, ξυπνάει αναμνήσεις, ειδικά όταν περπατάς στους δρόμους της πόλης μου ξημερώματα μ' έναν καφέ στο χέρι, το χέρι σου κρατάει το χέρι του και ο ουρανός φαίνεται πίσω από τις σκεπές των σπιτιών να σου χαμογελάει.....

Λονδίνο. Μία όμορφη ανάμνηση τελικά......και η απορία μου ακόμα αναπάντητη....!

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, στο δεξί της χέρι κρεμόταν ένα τσιγάρο που καιγόταν σιγά σιγά δίχως να το καπνίζει. Κοιτούσε από το προηγούμενο βράδυ το ταβάνι και αισθανόταν πως το μυαλό της είχε αδειάσει. Καιρό προσπαθούσε να το καταφέρει αυτό αλλά το ρημάδι δεν άδειαζε, πλέον αυτό της φαινόταν παιχνιδάκι. Παρατηρούσε κάθε μικρή ατέλεια του και απλά ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα της. Ο καπνός από το τσιγάρο περνούσε μπροστά από τα μάτια της λες και προσπαθούσε να την αποσυντονίσει, να την αναγκάσει να σκεφτεί έστω και για μερικά δευτερόλεπτα κάτι.

Από τον λήθαργο της ξύπνησε μόνο όταν το τσιγάρο άρχισε να τις καίει τα δάχτυλα. Είχε έρθει η ώρα έπρεπε να σκωθεί από το κρεβάτι και να φορέσει το μαύρο μακρύ φόρεμα που είχε σιδερωμένο από χθες. Μηχανικά πάτησε τα πόδια της στο έδαφος, έβγαλε το μαύρο μπλουζάκι που φορούσε σαν νυχτικό, έλυσε τα μαλλιά της και μπήκε στο μπάνιο. Άφησε το νερό να τρέξει πάνω της αρκετή ώρα. Το μυαλό της ακόμα ήταν κενό. Από τα μάτια της όμως έτρεχαν ποτάμια δάκρυα. Βγήκε από το μπάνιο πήρε την πετσέτα και άρχισε να σκουπίζει αργά όλο της το κορμί, σταγόνα σταγόνα και μετά τα μακρυά ξανθά μαλλιά της. Φόρεσε το φόρεμα, έπιασε σφιχτό κότσο όλα τα μαλλιά της και πήρε μόνο τα κλειδιά του αυτοκινήτου της. Είχε έρθει η ώρα. Έπρεπε να φανεί δυνατή. Έπρεπε να φορέσει την μάσκα της και να δείξει στους υπόλοιπους πως αρχίζει και αισθάνεται καλύτερα και ας έλειπε εκείνος.

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

...11

...περνάει ο καιρός.
11 ολοκληροι μήνες... πως πέρασαν?
χαμογέλασα ξανά...
μέχρι και το μαύρο που λάτρευα έβγαλα από την ζωή μου...

11 και σε λίγο 12...
άδειες μέρες, άδειες στιγμές...

Φοβάμαι πως θα σε ξεχάσω.
Δεν θέλω, δεν πρέπει, δεν γίνεται...

Σήμερα σήκωσα το τηλέφωνο για να σε πάρω, ξέχασα για μια στιγμή την αλήθεια...

11.... και σε λίγο 12
πως περνάει ο καιρος.
Φοβάμαι!

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ!


Σήκωσε το βλέμα της από την οθόνη του υπολογιστή της… είχε απορροφηθεί εδώ και ώρες και δεν είχε καταλάβει ότι είχε νυχτώσει, μέχρι που ένα έντονο φως μπήκε από το παράθυρο. Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα, μία τεράστια πανσέληνος στεκόταν απέναντι της και τη κοίταζε σαν να περίμενε καρτερικά να ασχοληθεί και εκείνη μαζί της… σαν να την καταλάβαινε… σαν να διάβαζε την σκέψη της.

Λάτρευε την πανσέληνο… την ταξίδευε μακρυα από όλα και από όλους. Την έφερνε πιο κοντα σ’ εκείνον, ήταν σίγουρη πως και εκείνος της είχε ρίξει έστω μία βιαστική ματιά, ακόμα και αν δεν ήταν κοντά της. Ακόμα και αν την κοιτούσε με άλλην στην αγκαλιά του, της αρκούσε που κοιτάξανε για λίγο την ίδια πανσέληνο….σαν να ενώθηκαν τα βλέμματα τους και να ταξιδέψανε παρέα πέρα από την πραγμτικότητα που τόσο πλήγωνε…

“Μα εχει πανσέληνο απόψε και είναι ωραια….το σπίτι μου έρημο μα κάνουμε παρεα” από κάποια γωνιά του μυαλού της ψυθίριζε τους στίχους και άφηνε τα δάκρυα της να τρέχουν….

(http://www.youtube.com/watch?v=MZQfbcWDP2g)

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Κατάλληλη στιγμή!


...Προσπαθησε μάταια...
...Προσπάθησε αληθινα...
...Προσπάθησε χωρίς ανταπόκριση...

Τον πλησίασε. Σήκωσε το βλέμα της ψηλά για να δει τα μάτια του, άνοιξε τα ρουθούνια της για να γεμίσει τους πνεύμονες της με το άρωμα του, έψαξε με το χέρι της την παλάμη του για να αισθανθεί το δέρμα του, την σάρκα του. Άνοιξε το στόμα της μα η φωνή δεν έβγαινε. Του χαμογέλασε γλυκά και πάλευε να του πει τα πάντα μα η φωνή της αρνιόταν πεισματικά να βγει. Κάτι την κράταγε πίσω. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και η ανάσα της είχε γίνει βαριά... θυμήθηκε την τελευταία φορά που η καρδιά της και η αναπνοή της έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι και χαμογέλασε πονηρά. Πάλι εκείνος ήταν εκεί... τώρα όλα άλλαξαν. Τώρα δεν είχε το ίδιο θάρρος. Τώρα ήθελε να μιλήσει και όχι να κρυφτεί πίσω από την σιωπή.

Έκανε ένα βήμα πίσω. Ολόκληρο το πρόσωπο του τώρα ήταν μπροστά της. Έκλεισε τα μάτια της. Τα χέρια της όμως ακόμα ήταν πλεγμένα στα δικά του. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Ένας αναστεναγμός ξέφυγε από μέσα της. Έπρεπε να το πάρει απόφαση...Έπρεπε να γίνει. Έπρεπε κάποια πράγματα να υποθούν...

Εκείνος στεκόταν μπροστά της την κοιτούσε σαν να μην καταλάβαινε. Ήξερε όμως. Από πάντα γνώριζε και ας μην το παραδεχόταν. Στεκόταν και την κοιτούσε. Ένιωθε πως πλησιάζει η μπόρα και δεν έλεγε τίποτα. Της έδινε χρόνο άραγε? Σκεφτόταν πως να αντιδράσει? ...άφησε το χέρι της αφήνοντας τα δάχτυλα της να χαϊδέψουν τον άνεμο καθώς έπεφταν στο κενό, γύρισε το πρόσωπο του αλλού, σύννεφα άφησε να σκεπάσουν το πρόσωπο της και το βλέμμα της να γεμίσει απορία... έκανε ένα βήμα πίσω και αυτός. Την άφησε να τον κοιτάζει καθώς έφευγε... δεν ήταν τελικά η σωστή στιγμή...

Πότε όμως θα είναι η σωστή στιγμή? Μέσα της χείμαρρος έτοιμος να ξεχειλίσει όσα ήθελε να του πει... πόσο ακόμα θα κρατηθεί απο την λεπτή κλωστή της λογικής? Για πόσο ακόμα θα κρατήσει μία αξιοπρέπεια η οποία δεν υπάρχει στον έρωτα? Για πόσο ακόμα θα επιτρέπει στον ίδιο να ορίζει το πως αισθάνεται? Για πόσο ακόμα θα προσποιείται πως εκείνος δεν γνωρίζει?

Έμεινε να τον κοιτάει να απομακρύνεται, γύρισε και την κοίταξε αλλά αμέσως φόρεσε τα γυαλιά του κρύβοντας για ακόμα μία φορά τον ήλιο. Έμεινε μετέωρη για λίγα δευτερόλεπτα. Έκλεισε με δύναμη την παλάμη της, ρεύμα διαπέρασε το κορμί της. Έπρεπε να του πει όσα ήθελε καιμετά ας τον έχανε. Θα το έκανε. Θα έβρισκε την κατάλληλη στιγμή...

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Είναι κάποιες στιγμές...


Είναι κάποιες στιγμές που απλά χρειάζεσαι να γράψεις. . .

Απλά νιώθεις τα δάχτυλα σου να σε γαργαλάνε και να μυρμηγκιάζει όλο σου το κορμί.

Η καρδιά σου σφίγγεται για λίγο και μετά αφήνεται ελεύθερη σαν μερικά δευτερόλεπτα πριν να προσπαθούσε να πάρει φόρα για να αφήσει ελεύθερη την έμπνευση.

Είναι κάποιες στιγμές που απλά κλείνεις τα μάτια σου και χορεύουν μπροστά σου λέξεις και εσύ παλεύεις να τις ενώσεις σε προτάσεις και να βρεις το νόημα.

Μα κάθε συνδυασμός σου ανοίγει τις πόρτες ενός άλλου μυστικού και εκεί είναι η μαγεία.
Είναι κάποιες στιγμές που θέλεις να κλάψεις και απλά γράφεις και βλέπεις τα δάκρυα σου να κυλάνε πάνω στην λευκή κόλλα του χαρτιού και να φωνάζουν όσα έχεις στο μυαλό σου.

Είναι κάποιες στιγμές που η χαρά σου στήνει γιορτή μέσα σε κόμματα και τελείες.

Είναι και κάποιες στιγμές όμως…..

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ρυτίδες...


Άνοιξε τα μάτια της διστακτικά. Μόλις είχε βγει από το μπάνιο. Τύλιξε την μεγάλη βαμβακερή πετσέτα γύρω από το κορμί της και στερέωσε καλύτερα την πετσέτα στο κεφάλι της. Το μπάνιο ήταν μέσα στους ατμούς. Έβγαλε με αργές κινήσεις την πετσέτα από το κεφάλι της. Τα μακριά σπαστά καστανά μαλλιά της έπεσαν σαν χείμαρρος και χάιδεψαν την γυμνή της πλάτη. Προσπάθησε να τα χτενίσει φέρνοντας όλο και περισσότερες τούφες μπροστά στα μάτια της. Αναστέναξε δυνατά και καθάρισε τον μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου από τους υδρατμούς με το χέρι της. Έκλεισε με δύναμη τα μάτια της. Άναψε ένα τσιγάρο και με πολύ αργές κινήσεις άνοιξε τα βλέφαρα της πάλι. Περιεργάστηκε την γυναίκα απέναντι της. Της φαινόταν άγνωστη. Ένα πρόσωπο με πολύ έντονα χαρακτηριστικά και βαθιές ρυτίδες. Μεγάλα καστανά μάτια με έντονο βλέμμα τα οποία κλεινόντουσαν μέσα στην αγκαλιά 3 έντονων γραμμών… «ρυτίδες» είπε δυνατά και πήρε μία τζούρα από το τσιγάρο. Τα σαρκώδη κόκκινα χείλια της αγκάλιασαν το φίλτρο και τότε εμφανίστηκαν και άλλες γραμμούλες γύρω τους. Έβγαλε από μέσα της τον καπνό νευριασμένη. «Ακόμα και αυτή η απόλαυση μου υπενθυμίζει πως μεγαλώνω» σκέφτηκε. Το μόνο που μπορούσε να χαζεύει με τις ώρες ήταν τα μαλλιά της. Ο κομμωτής τα την βοηθούσε μια φορά τον μήνα να κρύβει τα σημάδια του καιρού βάφοντας με σκούρο καστανό χρώμα όλα τα λευκά! Τα μαλλιά της την μετέφεραν μακρυά από την πραγματικότητα, την έστελναν στο –όχι και τόσο- μακρινό παρελθόν. Ένα χέρι την έπιασε από τον ώμο. Δεν είχε καταλάβει ότι ο άνδρας της είχε μπει μέσα στο μπάνιο. Στεκόταν από πίσω της ώρα και επεξεργαζόταν και αυτός το πρόσωπο της. «είσαι τόσο όμορφη!» Του χαμογέλασε στεγνά σχεδόν ειρωνικά και γύρισε την πλάτη της στον καθρέφτη. Της χάιδεψε το πρόσωπο πέρασε το δάχτυλο του πάνω από κάθε ρυτίδα… «τις αγαπάω αυτές τις ρυτίδες. Μου θυμίζουν όλα τα χρόνια που περάσαμε αγκαλιά…!». Αυτό αρκούσε. Δεν θα έκανε την πλαστική επέμβαση. Ο άνδρας της ακόμα και χωρίς να το καταλάβει της είχε δώσει την απάντηση την οποία έψαχνε. Είχε δίκιο. Δεν έπρεπε να επέμβει στις μνήμες της…!